Παραδοσιακά επαγγέλματα

(τα κείμενα που ακολουθούν είναι από το βιβλίο «Η ΚΩΣΤΑΝΑ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ, ιστορική και λαογραφική προσέγγιση» του Κώστα Θ. Ιωαννίδη, Εκδόσεις ΑΙΓΑΙΟ, Θεσσαλονίκη, 1992)


« Η οικονομική κατάσταση του χωριού χαρακτηρίζονταν εκείνα τα χρόνια από την ένδεια των κατοίκων, που οφείλονταν σε πολλές αιτίες (το ορεινό και άγονο έδαφος, η έλλειψη βοσκότοπων για κτηνοτροφία, η έλλειψη πεδινών εκτάσεων, ο ανεκμετάλλευτος φυσικός πλούτος από έλλειψη συγκοινωνίας κ.τ.λ.). 
Επειδή, λοιπόν, το έδαφος δεν παρείχε δυνατότητες, που να εξασφάλιζαν στους κατοίκους του χωριού μια σχετικά άνετη ζωή, γι? αυτό το σύνολο των αντρών αναγκάζονταν τότε να ξενιτευτεί για «καζάντιο». Με το καζάντιο αυτό συμπλήρωναν το οικογενειακό τους εισόδημα και συντηρούσαν τις οικογένειές τους.
Προτιμούσαν τις πλούσιες περιοχές της Ελλάδας, όπου εξασκούσαν το επάγγελμα του χαλκουργού ή του «βαενά» ή του γανωτή.  
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των χωριών της Μουργκάνας ήταν μεταξύ των άλλων και η προτίμηση στην τέχνη του καλαντζή, τα Βορτόπια με την τέχνη του αρτοποιού. Το ίδιο και η Λίστα. Η Γλούστα με την τέχνη ως επί το πλείστον του βαενά και του γανωτή. Γενικά τα απανοχώρια διακρίνουν για την εξαιρετική τους επίδοση σε διαφορετικές τέχνες.

Η Τέχνη του Χαλκουργού

Η συστηματική κατεργασία του χαλκού ήταν προϋπόθεση επιδέξιου χειρισμού εργαλείων και υλικού. Χρειαζόταν αρκετή εργασία και πολύς κόπος για την τελική διαμόρφωση των χάλκινων ειδών. Από χαλκό κατασκευάζονταν μαγειρικά σκεύη, σκεύη για το σερβίρισμα του φαγητού και σκεύη που χρησιμοποιούσαν οι γεωργοί και οι βοσκοί.

«Τα μαγειρικά σκεύη ήταν σφυρηλατημένα για αντοχή και για διακόσμηση. Διαφορετικά σφυρηλατούσαν οι τεχνίτες του Βόλου και εντελώς διαφορετικά της Λάρισας. Ακόμη διαφορά υπήρχε και μεταξύ των τεχνιτών της Λάρισας. Μάλιστα δε από τις σφυριές αναγνώριζαν σε ποιον ανήκε το χάλκινο είδος.

Πέρα από τη σφυρηλάτηση που γινόταν ε όλα σχεδόν τα χάλκινα σκεύη, παρατηρούνταν και μια προσπάθεια για διακοσμητική διαμόρφωση κυρίως σε είδη που προορίζονταν για στόλισμα του σπιτιού.

Κάθε τεχνίτης προσπαθούσε να εκφράσει και να εκδηλώσει με την πλούσια διακόσμηση το καλλιτεχνικό του συναίσθημα.

Η διακόσμηση γινόταν ή με το «γκαλέμι», εργαλείο ειδικό για χάραξη ή με τα «καλούπια», που ήταν έτοιμα και τυποποιημένα.

Τα συνηθισμένα διακοσμητικά θέματα ήταν απλά γεωμετρικά σχήματα. Επίσης, κλωνάρια από κυπαρίσσια, λουλούδια, αετοί, σημαίες. Τα σχεδιάσματα αυτά έφεραν πάντοτε την προσωπική σφραγίδα του κάθε τεχνίτη που τα φιλοτεχνούσε με μεράκι και από διακοσμητική διάθεση.»


Η τέχνη των καλαντζήδων «αλειφιάδων»   
« Η τέχνη του Καλαντζή, κασσιτερωτή, γανωτή ή αλειφιά ήταν σκληρή και κοπιαστική. Το μαρτύριο άρχιζε από την πορεία προς τα ξένα. Ομάδες - ομάδες ξεκινούσαν από το χωριό αρχές της άνοιξης. Διέσχιζαν μέρες ολόκληρες τα ορεινά συγκροτήματα της Ηπείρου και κατέληγαν στις εύφορες περιοχές της Θεσσαλίας, όπου εξασκούσαν περιοδικά το επάγγελμα του γανωτή.
Κασσιτερωτής ή γανωτής είναι ο τεχνίτης που «αλείφει» με ρευστό από την θέρμανση κασσίτερο (καλάι) τα μαγειρικά σκεύη.»    

Οι βαενάδες

« Οι βαρελάδες ταξίδευαν - λόγω επαγγέλματος - σε αμπελουργικές περιοχές, όπως σε χωριά της Αττικής, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, της Πελλοπονήσου, κ.ά.     
Ο βαενάς ή βαρελάς ή βαρελοποιός ή σώπος είναι ο τεχνίτης που κατασκευάζει βαρέλες, βουτσιά, κρασοβαένια, κ.τ.λ. 
Η δουλειά ήταν επικίνδυνη τότε και γίνονταν κάτω από σκληρές συνθήκες, όπως μας διηγήθηκε ο αξέχαστος Γεώργιος Μπέλλος:  
         
"Τα παλιά χρόνια φεύγαμαν από το χωριό την Άνοιξη με τα μπουλούκια των καλαντζήδων, φορτωμένοι στην πλάτη με την «ντραβατζίκα» με τα εργαλεία. Πηγαίναμαν στα χωριά της Θεσσαλίας, Ψωμοχώρια τα λέγαμαν. Πιάναμαν κανένα παλιό κονάκι ή το καλοκαίρι καθόμασταν κάτω από καμιά σκαμνιά και δουλεύαμε ολημερίς. Αν πετυχαίναμαν κανά καλό νοικοκύρη τρώγαμαν κιόλας. Δύσκολα χρόνια, μη κοιτάς τώρα!".»