Παραδοσιακά φαγητά


Κρέας γιαχνί
Είναι τοπικό φαγητό. Κόβεται το κρέας σε μικρά κομμάτια και τσιγαρίζεταιμε πολλά ψιλοκομμένα ξερά κρεμμύδια, με αγνό βούτυρο, με ντομάτα ή κόκκινο πιπέρι. Για να γίνει πιο νόστιμο καίνε αλεύρι στο τηγάνι και το ρίχνουν στην κατσαρόλα.

Βετούλι

Κόβουν το κρέας σε μέτρια κομμάτια, τα πλένουν καλά και τα βάζουν στη φωτιά να σιγοβράσουν. Ρίχνουν φρέσκα κρεμμύδια με μαρούλια και βούτυρο. Μετά το βράσιμο τα αυγοκόβουν και ρίχνουν χυμό λεμονιού.

Κρέας στιφάδο

Κόβουν το κρέας σε κανονικές μερίδες. Το βάζουν στην κατσαρόλα και προσθέτουν μαζί μικρά ξερά κρεμμύδια, σκόρδο, ντομάτα ή κόκκινο πιπέρι, ξίδι, φύλλα δάφνης, λάδι, μαυροπίπερο και λίγο νερό. Τα αφήνουν να σιγοβράσουν σε χαμηλή φωτιά για να γίνει νόστιμο το φαγητό.

Κρέας στη γάστρα

Βάζουν το μπούτι στο κέντρο του ταψιού και γύρω - γύρω πατάτες χοντροκομμένες. Αλατοπιπερώνουν το κρέας, ανοίγουν σχισμές και τοποθετούν δυόσμο και σκόρδο. Το ψήνουν σε γάστρα.

Μπριάμι φούρνου

Είναι τοπικό φαγητό. Γίνεται με «ξερά πασταλιασμένα φασόλια» (μπαρμπούνια), που τα ονόμαζαν «Ζαγορίσια». Τα έβαζαν από το βράδυ «να μουσκέψουν σε χλιό νερό» και την επομένη τα τοποθετούσαν σε καραβάνα, ρίχνοντας σπασμένο ρύζι, το ανάλογο λάδι, κόκκινο πιπέρι, αλάτι και το ανάλογο νερό. Τα έψηναν σε γάστρα.

Τα «μπουρέκια» - «κριγιασόπιτες»

Άνοιγαν λεπτά φύλλα και τα τοποθετούσαν σε συνί (ρηχό χάλκινο ταψί) με εναλλαγή φύλλων και ρυζιού όχι πολύ βρασμένου. Για περισσότερη νοστιμιά έριχναν αυγά, τυρί και βούτυρο.

Οι «κριγιασόπιτες» ήταν το ίδιο όπως και πάνω με μόνη διαφορά ότι στην κάθε στρώση αντί για ρύζι έβαζαν βρασμένο κρέας κομμένο σε πολύ μικρά κομμάτια.

Η «πλατσιαρόπιτα» - λαχανόψωμο

Η πίτα γινόταν με διάφορα χόρτα ανάμεικτα με μυρωδικά. Ψιλόκοβαν τα χόρτα και τα πασπάλιζαν με καλαμποκίσιο αλεύρι και λίγο νερό. Το μίγμα το άπλωναν σε ταψί και το έπλαθαν με ανοιχτή παλάμη. Μετά το ψήσιμο την περίχυναν με ζεστό νερό και λάδι.

Η ζαματόπιτα

Έλιωναν το σιταρένιο αλεύρι μέσα σε αλατισμένο νερό. Το μίγμα το άπλωναν σε συνί ρίχνοντας τυρί και βούτυρο. Την έτρωγαν πολύ ζεστή (να ζαματάει =να καίει).

Η μπομπότα

Κοσκίνιζαν το καλαμποκίσιο αλεύρι με «χοντρό κόσκινο» και στη συνέχεια το έπλαθαν με ζεστό νερό και το έψηναν στη γάστρα. Την μπομπότα την ονόμαζαν και «αλειτούργητο» επειδή δεν χρησιμοποιούσαν το καλαμποκίσιο ψωμί στη λειτουργία της εκκλησίας ή και «άγενο» επειδή δεν γινόταν με προζύμι.