Λαϊκή Τέχνη

Με τον όρο «Λαϊκή» χαρακτηρίζουμε την τέχνη που άνθησε στον ελληνικό χώρο κατά τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Το χρονικό αυτό διάστημα υπήρξε καθοριστικό για το νεώτερο Ελληνισμό αφού τότε διαμορφώθηκαν οι προϋποθέσεις για την Επανάσταση του 1821.

Ο οικονομικός και πνευματικός οργασμός καθώς και το μαχητικό πνεύμα που χαρακτηρίζουν τις κοινότητες των Ελλήνων κατά τον 18ο αιώνα είχαν σαν επακόλουθο και τη άνθηση της Λαϊκής Τέχνης: αρχιτεκτονική, μικροτεχνία, διακοσμητική, ζωγραφική, κεντητική, υφαντική, γλυπτική του ξύλου και της πέτρας, αργυροχρυσοχοϊα, μεταλλοτεχνία, κεραμική.

Τα χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου είναι διακριτά και στις κοινωνίες των χωριών της Μουργκάνας. Αν και οι ιδιαίτερες συνθήκες που επέδρασαν στην οργάνωση και ζωή αυτών των κοινωνιών, όπως αναφέρεται σε άλλες ενότητες, δεν τους επέτρεψαν να φθάσουν στο ίδιο επίπεδο με κάποιες άλλες περιοχές, εν τούτοις έχουν να επιδείξουν τη δική τους συμβολή με έργα κυρίως μεταλλοτεχνίας και υφαντικής.

Τα αντικείμενα που κατασκεύαζαν οι τεχνίτες χαλκουργοί, έστω και σαν ξενιτεμένοι, είναι το αποτέλεσμα της αυθόρμητης τέχνης του χεριού και της αφύπνισης της δικής τους καλλιτεχνικής ευαισθησίας (περισσότερα στην ενότητα «Παραδοσιακά Επαγγέλματα»).


Τα γνήσια στοιχεία και ο πλούτος της λαϊκής υφαντικής διακρίνουν τη Νυφιάτικη Στολή, τη λεγόμενη «Τσάμικη».

Η στολή κατασκευαζόταν από ύφασμα για το οποίο χρησιμοποιούσαν ντόπιο πρόβειο μαλλί που επεξεργαζόντουσαν ανάλογα: πλύσιμο με πολλά νερά, μάκρεμα ινών με το χέρι, λανάρισμα, γνέσιμο και τύλιγμα σε κουβάρι.

Το νήμα το παράδιναν στους «ανυφαντήδες» για ύφανση. Περίφημοι και περιζήτητοι ήταν οι ανυφαντήδες του χωριού Λια, που χρησιμοποιούσαν διάφορους τύπους αργαλειών και ποικίλους τρόπους ύφανσης των διαφόρων υφασμάτων.

Οι ραφτάδες ήταν ντόπιοι επαγγελματίες τεχνίτες που κληρονομούσαν την τέχνη κατά παράδοση από τους πατεράδες τους.

Μετά το ράψιμο ακολουθούσε το κέντημα με διάφορα διακοσμητικά σχέδια. Κεντούσαν τα σεγκούνια με διαφόρων αποχρώσεων και σχημάτων γαϊτάνια που έφεραν διάφορες παραστάσεις και γεωμετρικά σχήματα.

Η στολή αποτελούνταν από: το πάνω σέγκουνο, το κάτω σέγκουνο, τον αλατζιά ή γιλέκο, τη μπροστέλα, την ποδιά και το ζωνάρι. Για την υπόδεση χρησιμοποιούσαν πολύχρωμα, μάλλινα τσουράπια και ζωηρού κόκκινου χρώματος δερμάτινα τσαρούχια. Για το κεφάλι, τη νυφιάτικη μαντήλα σε κόκκινο χρώμα με κίτρινα κρόσσια στις τέσσερις άκρες.

Τη στολή συμπλήρωναν τα κοσμήματα. Κύριο κόσμημα ήταν οι ζάβες που τις φορούσαν επί ένα χρόνο. Ονομαστές ήταν οι ζάβες από τους Καλαρρύτες Ιωαννίνων. Επίσης, τα κρέπια, τα σκουλαρίκια, οι καρφίτσες και τα δαχτυλίδια - «αρρεβώνες» που τα φιλοτεχνούσαν στα Γιάννενα.


Πηγή στοιχείων για τη Νυφιάτικη Στολή είναι το βιβλίο «Η ΚΩΣΤΑΝΑ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ, ιστορική και λαογραφική προσέγγιση» του Κώστα Θ. Ιωαννίδη, Εκδόσεις ΑΙΓΑΙΟ, Θεσσαλονίκη, 1992.